Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

Ινδική μουσική και τζαζ

Παράλληλοι που τέμνονται στο πνεύμα


Είναι προχωρημένο απόγευμα του Χειμώνα και διαλέγω μια ράγκα του Shankar. Μικρά γκρίζα σύννεφα ταξιδεύουν γρήγορα στον γαλάζιο ουρανό κι ένα απαλό αεράκι με μεταφέρει στα κωνικά κτίσματα του Μπεναρές. Στην ομίχλη της δύσης παρατηρώ τα πλεούμενα να πηγαινοέρχονται και τα έντονα χρώματα στα φορέματα των γυναικών. Σκοτεινιάζει… Ο Coltrane από το Village Vanguard του ’61 βρίσκει τις νότες να εκφράσει τη μυρωδιά της σύγχρονης πόλης, τη μοναξιά του Μανχάταν, τη θλίψη του Χάρλεμ, αλλά κι εκείνο το συναίσθημα που έχεις όταν πετάς πάνω από τους ουρανοξύστες και πάνω από τα χαμόσπιτα, πάνω και πέρα από κάθε ωκεανό, για να καταλήξεις να πλένεις τα ρούχα σου και πιο πολύ τις αμαρτίες σου στον Γάγγη.
Μουσική πάνω σε μουσική: ο ηλεκτρισμός του McLaughlin με τους Shakti, οι Antigravity, ο Zakir Hussain που συναντά τον Garbarek, ο Ry Cooder με τον Ronu Majumdar και πιο μετά –σήμερα, τώρα– ο Mahanthappa με τον Gopalnath, ο Iyer, ο Belden.
Σκοτεινιάζει κι άλλο... Συναίσθημα πάνω σε συναίσθημα: οι νότες άλλοτε πετούν ψηλά, σαν για να αγγίξουν ένα κομμάτι της ιερής ουσίας που τις γέννησε, κι άλλοτε βουτούν βαθιά, σαν για να αποδείξουν ότι οι καπνοί των υπονόμων της Νέας Υόρκης προέρχονται από την ίδια την ομίχλη του Γάγγη, εκεί που πήγες να πλύνεις τα ρούχα σου κι έχασες τις αμαρτίες σου για πάντα.

Shankar
Ο Ravi Shankar έκανε γνωστή την ινδική μουσική σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο ίδιος λέει ότι αυτό ήταν τυχαίο, καθώς κανείς ως τότε δεν είχε υιοθετήσει κάποιο πρόγραμμα, έτσι ώστε η μουσική της Ανατολής να μπορέσει να αγγίξει τον δυτικό άνθρωπο. Μέχρι την εποχή των πρώτων ταξιδιών του Shankar στην Αμερική και στην Ευρώπη, οι Ινδοί μουσικοί εμφανίζονταν στο κοινό για να παίξουν μια ράγκα (ο κυριότερος ινδικός τύπος σύνθεσης) διάρκειας εξήντα λεπτών, καταχειροκροτούνταν και έφευγαν για πάντα χωρίς κανείς να έχει καταλάβει τίποτα. Ο Shankar δίδαξε τον George Harrison, έπαιξε με τον Menuhin, έγραψε κοντσέρτα για σιτάρ, συνάντησε ορχήστρες, πειραματίστηκε με την τζαζ, πλησίασε τη μουσική της Δύσης, χωρίς όμως να αφήσει ούτε στιγμή από το μυαλό του τη μουσική της Ανατολής.
Στην Ινδία κάθε μορφή τέχνης που μπορεί να παρουσιαστεί ζωντανά μπροστά σε κοινό –μουσική, χορός, θέατρο και ποίηση– είναι βασισμένη στο σύστημα των rasa. Στην κυριολεξία rasa σημαίνει χυμός, αλλά στην περίπτωση αυτή σημαίνει συναίσθημα. Το ζήτημα των rasa δεν είναι καθόλου απλό, καθώς οι Ινδοί δεν έχουν (και δεν θέλουν να έχουν) τη δυτική αναλυτική καθαρότητα. Έτσι, μπορεί κάποιος, ανάλογα με την πηγή που έχει στα χέρια του, να συναντήσει επτά, οκτώ ή εννέα rasa πάνω στα οποία είναι χτισμένη ολόκληρη η ινδική τέχνη. Σε γενικές γραμμές, οι πηγές συμφωνούν ότι τα rasa είναι τα εξής:
Shringara: ερωτικό (στην ένωση και στο διαχωρισμό).
Hasya: κωμικό.
Karuna: του πάθους, της θλίψης.
Raudra: του θυμού, της οργής.
Vira: ηρωικό.
Bhayanaka: του φόβου, του πανικού.
Bibhatsa: της αηδίας.
Abdhuta: του θαυμασμού, της έκπληξης.
Shanta: γαλήνιο, ειρηνικό.
Κάθε ποίημα, κάθε θεατρικό έργο, κάθε μουσική σύνθεση εκφράζει έντονα ένα από τα πιο πάνω rasa, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα δεν συμμετέχουν. Μάλιστα, όσο πιο έντονη είναι η αντίθεση ανάμεσα σε δύο rasa μέσα στο ίδιο έργο τόσο μεγαλύτερη είναι και η συναισθηματική εμπλοκή του κοινού. Υπάρχουν ράγκα που εκφράζουν ως κύριο συναίσθημα το φόβο, το θαυμασμό, την αηδία ή τον έρωτα, υπάρχουν ράγκα για τα συναισθήματα που επιφέρουν η νεότητα, η μέση ηλικία ή τα γηρατειά, υπάρχουν ράγκα για το πρωί ή το βράδυ, για όταν ο ήλιος έχει μόλις ανατείλει ή έχει μόλις δύσει. Υπάρχουν ράγκα για τις διαφορετικές εποχές του χρόνου και όσοι έχουν ακούσει πολλές λένε ότι οι πιο όμορφες είναι αυτές που έχουν γραφτεί για την άνοιξη και για την εποχή των μουσώνων.
Οι ράγκα πατούν στη μελωδία και στο ρυθμό (ούτε στιγμή στην αρμονία), διδάσκονται προφορικά και, για το λόγο αυτό, έχουν έντονο το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού. Χρησιμοποιούν τρόπους (modes), σειρές από νότες που μοιάζουν στη λογική τους με τις κλίμακες, αλλά έλκουν την καταγωγή τους από τα αρχαία χρόνια. Ένας μουσικός που βρίσκεται μπροστά σε κοινό θα πρέπει να λάβει υπόψη του το χώρο όπου βρίσκεται, το χρόνο που έχει στη διάθεσή του να παίξει, τα δικά του συναισθήματα καθώς και τα συναισθήματα που θέλει να δημιουργήσει στο κοινό του. Όπως ήδη είπαμε, σε όποια ράγκα κι αν διαλέξει να αυτοσχεδιάσει, θα υπάρχει ένα κεντρικό συναίσθημα που θα τη δονεί. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι, καθώς η ινδική μουσική προκύπτει από μια έντονη προσωπική σχέση με το θείο, ο καλλιτέχνης κρίνεται από το ύψος της πνευματικής και όχι της αυστηρά καλλιτεχνικής του δημιουργίας.

Coltrane

Το 1959 βρίσκει τον John Coltrane να ηχογραφεί με τον Miles Davis το Kind Of Blue. Στο δίσκο αυτό ο Davis έρχεται να εμβαθύνει στην ουσία των πειραματισμών του Milestones που είχε κυκλοφορήσει ένα χρόνο νωρίτερα και να θέσει τις βάσεις της modal jazz, ενός ιδιώματος που βασίζεται στους τρόπους (modes) και όχι στις σειρές των ακόρντων, όπως συνηθιζόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ο Coltrane θα πάει τα πράγματα ακόμη πιο μακριά με το Africa, που καταλαμβάνει ολόκληρη την πρώτη πλευρά τού Africa-Brass. Από τώρα και πέρα το ζητούμενο δεν θα είναι να ενταχθεί αρμονικά το σόλο κάθε οργάνου στο πλαίσιο μιας σειράς ακόρντων, αλλά να γίνει όσο το δυνατόν πιο ενδιαφέρουσα η μελωδία που θα παίζει κάθε ξεχωριστό όργανο. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για μια νίκη της μελωδίας επί της αρμονίας. Ταυτόχρονα, ο Coltrane θα ανοιχτεί σε μια τυχαιότητα που θα σχετίζεται έντονα με το συναίσθημα κάθε ξεχωριστής βραδιάς. Έτσι, κάθε σύνθεση κρατά ελάχιστα «γραμμένα» στοιχεία και επαφίεται στις συναισθηματικές διαθέσεις που διαφέρουν από συναυλία σε συναυλία. Τα μέλη του συγκροτήματος προσέρχονται με τα συναισθήματά τους, τα οποία συγκρούονται για να συμφιλιωθούν και να συγκρουστούν και πάλι.
Η νέα οπτική του Coltrane αναπτυσσόταν ραγδαία από σύνθεση σε σύνθεση και από δίσκο σε δίσκο. Κορυφώθηκε σε άλμπουμ όπως τα A Love Supreme, Meditations και Interstellar Space. Μάλιστα, το τελευταίο, το οποίο κυκλοφόρησε το 1967, βρίσκει τον Coltrane να αυτοσχεδιάζει μαζί με τον ντράμερ Rashied Ali σ’ ένα ντουέτο που θα βασιστεί στη συναισθηματική δύναμη της μελωδίας και στη σύγκρουσή της με το ρυθμό, στέλνοντας στα σκουπίδια τις περί αρμονίας δυτικές ιδέες. Ίσως κάθε σύνθεση του Coltrane από το 1961 και μετά μπορεί να αλλάξει την αντίληψή μας για τον κόσμο. Καθώς όμως τα scratch του παλιού αμερικανικού βινιλίου της Impulse (Live At Village Vanguard) με οδηγούν στις πρώτες νότες του Spiritual, νιώθω ότι αυτή η μουσική θέλει να αγγίξει το ύψος ενός απέραντου ουρανού, το πλάτος μιας άγνωστης γαλάζιας μη ύλης που εκτείνεται από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Μπεναρές και συνδέει κάθε πλάσμα με την ουσία από την οποία προέρχεται.

Τότε, παλιά
Ο Coltrane συμφωνεί με τον Shankar στα πάντα: στους «τρόπους», στην υποχώρηση της αρμονίας, στη σημασία των συναισθημάτων, στην ανάγκη να στραφεί η μουσική δημιουργία προς την πνευματικότητα. Δεν είναι ο μόνος. Από την εποχή που ο Harrison έβαζε σιτάρ στο Tomorrow Never Knows, η ινδική παράδοση συνάντησε σε πολλές περιπτώσεις τη δυτική μουσική. Ειδικότερα στο χώρο τής τζαζ, ο John McLaughlin συναντά τον L. Shankar, τον T.S. Vinayakram και τον Zakir Hussain στους Shakti, για να ηχογραφήσουν τρεις δίσκους από το 1975 μέχρι το 1977. Εδώ το σκληρό τζαζ ροκ, που φέρνει μαζί του ο Βρετανός κιθαρίστας έρχεται να συναντήσει όχι μόνο την ινδική κλασική μουσική της Βόρειας Ινδίας, αυτήν που εκπροσωπεί ο Ravi Shankar (ιντουστάνι), αλλά και τη μουσική του ινδικού Νότου (καρνατική μουσική). Μερικά χρόνια αργότερα ο Hussain (tablas) θα κυκλοφορήσει το Making Music για την ECM, φέρνοντας τον McLaughlin σε επαφή με τον Ινδό φλαουτίστα Hariprasad Chaurasia και προσθέτοντας στο –ήδη εκρηκτικό– μείγμα τον Νορβηγό σαξοφωνίστα Jan Garbarek.
Ο Warren Senders συνδέεται στενά με τη μουσική ιντουστάνι του Βορρά. Μ’ ένα μουστακάκι που θυμίζει Άγγλο λόρδο, στρογγυλά γυαλιά και ινδικά ρούχα, μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στο Cambridge της Μασαχουσέτης και στο Pune της Ινδίας. Παρότι δημιουργεί τους Antigravity το 1979, η καλύτερη δουλειά τους έρχεται το 1997, με τίτλο Boogie For Hanuman και αποτελείται από επτά ράγκα που βασίζονται σε ινδικά ιερά κείμενα.
Πολύ καλούς δίσκους είχαν ηχογραφήσει τόσο ο Phil Scarff, ο οποίος ξεκίνησε με τους Antigravity, αλλά συνέχισε με τους Natraj (θα πρότεινα το The Goat Also Gallops) όσο και o Trey Gunn (προτιμήστε το The Third Star), ένας μουσικός που έπαιξε για αρκετά χρόνια με τους King Crimson.
Ίσως όμως ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν οι συνεργασίες Ινδών μουσικών με μουσικούς της Δύσης που κυκλοφόρησαν τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 από τη δισκογραφική εταιρεία Water Lily Acoustics. Πιο σημαντικές θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε αυτή του κιθαρίστα Ry Cooder με τον Ronu Majumdar, που παίζει bansuri (ινδικό φλάουτο) στο Hollow Bamboo, και του επίσης κιθαρίστα της τζαζ Larry Coryell με τον βιολονίστα L. Subramaniam στο εξαιρετικό From The Ashes.
Ασφαλώς, δεν θα μπορούσαμε να ξεχάσουμε μουσικούς όπως ο Trilok Gurtu ή ο Don Cherry που ανέδειξαν επί μέρους σχέσεις της ινδικής μουσικής με την τζαζ μέσα από αρκετούς δίσκους τους. Μάλιστα, o Trilok Gurtu, ένας εξαιρετικός περκασιονίστας, έχει επισκεφτεί πολλές φορές την Ελλάδα για συναυλίες.

Σήμερα, τώρα
Πριν από μερικούς μήνες κυκλοφόρησε μια συλλογή με τίτλο Miles From India, σε παραγωγή του διάσημου παραγωγού της τζαζ, Bob Belden, και με τη συμμετοχή μουσικών από την Αμερική και την Ινδία. Παίζοντας συνθέσεις του Miles Davis αναμειγνύουν δυτικά με ανατολικά όργανα, συνταιριάζουν ήχους και ιδέες και φέρνουν στο φως συνεργασίες που επωάζονταν επί πολλά χρόνια. Το πιο σημαντικό πρόσωπο αυτής της νέας σύνδεσης της ινδικής παραδοσιακής μουσικής με την τζαζ είναι ο τριανταοκτάχρονος αλτοΐστας Rudresh Mahanthappa, ο οποίος έχει ινδική καταγωγή αλλά μένει στη Νέα Υόρκη, όπου σπούδασε φλάουτο με ράμφος (κλασικό ρεπερτόριο), για να στραφεί σύντομα στην τζαζ και να γίνει ένας από τους καλύτερους σπουδαστές του Berklee.
Ο Mahanthappa ένιωθε απόλυτα Αμερικανός, μέχρι που άκουσε το δίσκο Saxophone Indian Style τού επίσης αλτοΐστα Kadri Golpanath, ο οποίος ζούσε στην Ινδία, ένιωθε απόλυτα Ινδός και χρησιμοποιούσε το άλτο σαξόφωνο ως όργανο που θα μπορούσε να κατάγεται από την Ινδία. Τα αμιγώς ινδικά ηχοχρώματα που δημιουργούσε ο Gopalnath έκαναν τον Mahanthappa να επισκεφτεί την Ινδία και να συναντήσει τον αρκετά μεγαλύτερό του σαξοφωνίστα. Η συνεργασία τους ηχογραφήθηκε στο εξαιρετικό Kinsmen, το οποίο κυκλοφόρησε στα τέλη του 2008 και παρουσιάζει ανάγλυφα τις καινούργιες τάσεις της σχέσης της ινδικής μουσικής με την τζαζ. Ο Mahanthappa, ο οποίος είναι βαθιά επηρεασμένος από την τελευταία –και πιο πνευματική– εποχή του Coltrane, έχει ηχογραφήσει επίσης τα δυτικότροπα Codebook και Raw Materials· το τελευταίο μάλιστα με τον επίσης ινδικής καταγωγής νεαρό και πολύ ταλαντούχο πιανίστα Vijay Iyer, που με τη σειρά του φιλοξενεί τον Mahanthappa σε ένα ακόμη περυσινό άλμπουμ, το Tragicomic.
Στη δροσιά της νύχτας που τελειώνει, οι αυτοσχεδιασμοί του Mahanthappa συναντούν τις τάμπλες του Hussain που δίνει τη θέση του στον Coltrane. Στο πρώτο φως της αυγής βλέπεις τα σύνορα της μουσικής να εξαφανίζονται, βλέπεις τις νότες να χορεύουν ελεύθερες, βλέπεις τον Ινδικό ωκεανό να περνάει τις νοτιότερες όχθες της Αφρικής και να χύνεται στον Ατλαντικό. Βλέπεις τα θεραπευτικά νερά του Γάγγη να μετατρέπονται σε ατμό και να ξεχύνονται από τις σχάρες της Νέας Υόρκης.
Στην Ινδία υπάρχει μια ράγκα για τα πάντα: υπάρχει μια ράγκα για τη νύχτα και μια ράγκα για τη μέρα. Υπάρχει μια ράγκα που αποχαιρετά το σκοτάδι και υπάρχει μια ράγκα που υποδέχεται τον ήλιο.
(Η μουσική του Ravi Shankar μέσα από τα scratch ενός δίσκου παλιού.)
Ξημερώνει… 



Πηγή:ΔΙΦΩΝΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου